ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΙΡΕΤΗΣ ή "ΓΙΑΛΑΦΤΗΣ" Ο ΜΑΝΤΙΝΑΔΟΛΟΓΟΣ



Ο Αριστείδης Χαιρέτης ή "Γιαλάφτης", είναι ο μαντιναδολόγος του έρωτα. Σήμερα διατηρεί το μικρό καφενείο στο γυμνάσιο των Ανωγείων αν και το επάγγελμα του τα περισσότερα χρόνια ήταν βοσκός. Γεννήθηκε το 1946, σε εποχές στερήσεων στα ορεινά Ανώγεια της Κρήτης, σε μια κοινωνία κλειστή και συντηρητική, σκληρή και αλύγιστη στην τήρηση των «ηρωικών» προτύπων συμπεριφοράς. Είναι γιός του Στεφανή Χαιρέτη και της Ειρήνης Χαιρέτη το γένος Σκουλά και παντρεμένος με την κ. Δέσποινα κι έχει δυο γιους, τον Στέφανο και τον Βασίλη. Γαλουχημένος με τους μύθους της Κρήτης κι όμως ακολουθεί μια δική του πορεία, μια στάση ζωής καθαρά «αντιηρωική»:

«Όταν θα στεφανώνεσαι, στα όρη θα ξωμείνω 

στσι αστιβίδες μπρούμυτα καημούς θα καταπίνω»  


Γράφει πάντα με ήθος, συνέπεια και αξιοπρέπεια. Πάντα ανικανοποίητος, οδηγημένος από την εσωτερική αναζήτησή του, ως αυθεντικός παραδοσιακός, «μη λόγιος τεχνίτης της μαντινάδας» γράφει:

 « Δε φχαριστιέται ο άνθρωπος, ό,τι (γ)κι α κουλαντρίζει  

 γιατί είναι η σκέψη άπειρο, κενό… και δε γεμίζει.»  

«Δε με φοβίζει ο θάνατος, άλλα ΄ναι τα σπουδαία,  

το ν΄ αγαπάς να μη μπορείς να αλλάξεις την ιδέα.»  

Ο έρωτας, ο χρόνος, η χαρά , ο πόνος, η απώλεια, η φύση , η μοίρα, η αγάπη και η φιλοσοφία του για την ζωή είναι τα θέματα του. Την ώρα που βγάζει τις μαντινάδες του γεμίζει συναισθήματα:

«Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως μία- μία μαντινάδα που βγαίνει από μέσα μου, την πιάνω, τη κρατώ στη χέρα μου, τη βλέπω σαν πεταλούδα, αφού όντως είναι μια πεταλούδα, και μετά την ελευθερώνω για να συναντήσει  τις άλλες στον ουρανό. Όλες αυτές οι πεταλούδες λοιπόν έχουν σχηματίσει μια ομπρέλα πάνω μου που το καλοκαίρι με προφυλάσσει από τη ζέστη και το χειμώνα με προφυλάσσει από τη βροχή. όταν γράφω μαντινάδες νιώθω σαν να πλησιάζω μια πηγή που τρέχει ενώ δε βρέχει, σαν μια θάλασσα που πέφτω μέσα κι ενώ δε ξέρω κολύμπι δεν πνίγομαι.»  

Ψάχνει ασταμάτητα, αναζητά τον αιώνιο, υπερβατικό έρωτα και πάντα ελπίζει: 

« Έχω τα πάντα κι όμως αισθάνομαι ότι κάτι μου λείπει και το αποζητώ. Το αποζητώ και με αποζητά. Υπάρχει λέει μια γυναίκα κάπου εδώ γύρω που με ψάχνει και πήρε τα βουνά.είναι με σκισμένα ρούχα, με τρύπιες παντόφλες, με αγκάθια στα μαλλιά κι όμως αυτή τρέχει, τρέχει, τρέχει και με αποζητά. Τη βλέπουν οι βοσκοί «που πας κουμπάρισα σε τέτοια χάλια » της λένε, « έλα να σ΄ ανάψουμε φωτιά να ζεσταθείς, να σου βρούμε πράμα να φας» «να ΄στε καλά» τους απαντά εκείνη « μα δε προλαβαίνω, ψάχνω την αγάπη μου και φοβούμαι μη τη χάσω» « την αγάπη σου; και ποιος είναι η αγάπη σου»  

τη ρωτούν για δεύτερη φορά οι βοσκοί κι εκείνη τους λέει, «ο Άρης, ο Άρης είναι η αγάπη

μου» με τέτοια φαντασίωση ζω και μόλις σταματήσει ετούτη η γυναίκα να με ψάχνει θα  έχω τελειώσει, κι εγώ γι΄ αυτό:  

«Θα βάλω μια φανταστική αγάπη στο μυαλό μου,  

για δε μπορώ με ψεύτικες να χάνω τον καιρό μου.»  

« Η αγάπη είναι ποταμός και πιάσε μου το χέρι,  

ή θα πνιγούμενε κι οι δυο ή θα γενούμε ταίρι..»  

 «Που το περυσινό σεβντά κατόρθωσα και βγήκα,  

μα ΄γω δε ζω χωρίς σεβντά και σε καινούργιο μπήκα»  

«Εκατομμύρια φορές πηγαίνει και γιαγέρνει 

η σκέψη μου στην αγαπώ, γι΄ αυτό ναι κουρασμένη»  

«Η βιόλα μου΄ναι δροσερή αν βρέχει κι αν δεν βρέχει 

γιατί το ρυάκι τω μαθιώ μέρα και νύχτα τρέχει»  


Τα νοήματα από τις μαντινάδες του αγγίζουν πολλές φορές έννοιες πολύ πιο υψηλές από τις καθημερινές και λειτουργούν πάνω στους ανθρώπους, σε μας που τις ακούμε ή τις διαβάζουμε, λυτρωτικά. Αλαφρώνουν το βάρος, ανακουφίζουν τον πόνο, μας κάνουν να λησμονούμε τα δεινά της ζωής, μας γιατρεύουν τις πληγές .

 « Φέρτε μου ένα άνθρωπο να τα ΄χει λύσει 

 γιατί εγώ δε τα ΄λύσα, μα δε με νοιάζει κιόλας»  

 «Ενα ποτήρι είν΄ η ζωή και είναι νερό γεμάτο,  

 και πίνουμε γουλιά- γουλιά και φτάνουμε στο πάτο.»  

«Τέσσερα μήλα έχει μηλιά, δεν έχει παραπάνω 

και ποκρεμούμα ο δυστυχής, μα το καλό δε φτάνω»  

«Δε ΄ναστενάζω πλατανε, γιατί αν αναστενάξω 

έχεις τα φύλλα χαμηλά κι όλα θα σου τα κάψω»  

«Χωρίς να βρέξει ο ποταμός νερό δεν κατεβάζει 

κι ο καθαείς μιαν αφορμή έχει κι αναστενάζει»  

«Προτού να κράξει ο πετεινός οι πόνοι με ξυπνούνε 

να διαρμιστώ τα βάσανα άλλοι να μην τα βρούνε»  

«Κατσά κατσά η σκέψη μου ξανοίγει ν΄αποδράσει 

μα γω΄μαθα τα χούγια γζη κα δεν θα τση περάσει»  


Με τις μαντινάδες «συνομιλεί» με την καθημερινή πραγματικότητα, που την παρατηρεί με προσοχή και την εκφράζει με άμεσα και απλά με τους στίχους του, όπως ρέει το νερό στο ποτάμι,. Κάποτε παρατήρησε δίπλα στο μιτάτο του ένα πουλί που προσπαθούσε να κρυφτεί. Μετά από λίγο πλησίασε στα κλαδιά που είχε κρυφτεί, και βρίσκοντας τη φωλιά του πουλιού του είπε:

"Είσαι πουλί και σ’έπιασα στο μετακάθισμά σου

πάψε να πηαίνεις στα κρυφά, μα ξέρω τη φωλιά σου"


Φιλοσοφεί, εκλιπαρεί, υποχωρεί, επιτίθεται, συμβιβάζεται, απογοητεύεται, για να ξεκινήσει την επόμενη με καινούριες προσδοκίες. Κάποτε σκοτώθηκε ένας νέος, φίλος του και γείτονας. Πριν από τα σαράντα του νεκρού, σε μιαν άλλη γειτονιά του χωριού γινόταν ένας γάμος. Ο Αριστείδης πήγε κατά το έθιμο να χαρίσει στους νιόπαντρους, και στη συνέχεια στάθηκε παράμερα και παρακολουθούσε το γλέντι. Στις επανειλημμένες παροτρύνσεις των φίλων να χορέψει ή να πει καμιά μαντινάδα, ο Αριστείδης αρνιόταν πεισματικά, εξηγώντας και τον λόγο. Ύστερα από πολλές πιέσεις, κι αφού είχε πιει αρκετές ρακές, άρχισε να χορεύει, και μετά από λίγο τραγούδησε και την πρώτη μαντινάδα

"Χόρεψα και τραγούδησα πριχού να σαραντίσει 

μα ήταν κι εκείνος μερακλής και θα με συγχωρήσει"  

Οι μαντινάδες του είναι γεμάτες αγάπη, ομορφιά, εξυπνάδα και χιούμορ.:

" Στ’ όνειρο βλέπω τσι χαρές που ξυπνητός στερούμαι 

μα δεν μπορώ και μια ζωή για σένα να κοιμούμαι" 

 

Ο ίδιος λέει: «ήρθα στη ζωή για να χορεύω και να τραγουδώ γι΄ αυτό κιόλας δεν μου χρειάζεται άλλο σπίρτο. Μεθώ μόνο με το χορό και τη μαντινάδα, επειδή κι ο χορός κι η μαντινάδα έχουν το δικό τους σπίρτο μέσα τους.»  

“Δώσε στον άλλο που διψά ιτο νερό που πίνεις.  

Δεν είναι αγάπη να ζητάς, αγάπη 'ναι να δίνεις“  


Η αναγνώριση όμως ήρθε κι από τους λόγιους. Ο Ρίτσος, ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος είχαν διαλέξει κι αυτοί τις δικές τους αγαπημένες μαντινάδες από το έργο του Άρη. Σε μια τιμητική εκδήλωση από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, άκουσε τόσο καλά λόγια που αισθάνθηκε αμήχανα και στην προσπάθεια ν’ απεγκλωβιστεί είπε:

«ψηλά ‘μαι και ζαλίζομαι, πιάστε με να κατέβω,  

μα’ γω σε χαμηλούς θεούς αμνώγω και πιστεύγω».  


Ο σκηνοθέτης Ταξειδαράκης Μανώλης έχει γυρίσει ένα Ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Αριστείδη Χαιρέτη με τίτλο «Τι μαντινάδα να σου πω», το οποίο προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο του 2007.

Έχει εκδώσει τρία βιβλία. Το πρώτο με τίτλο «Τι μαντινάδα να σου πω» το 1996 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης , το δεύτερο με τίτλο « Λιγότερο ‘πο μια στιγμή» από τις Εκδόσεις Σείστρο με επιμέλεια του Λουδοβίκου των Ανωγείων και το τρίτο «Το μονοπάτι του σεβντά» το 2017.

«Τι μαντινάδα να σου πω, ψιμυδευτή μου βιόλα,  

 που ‘ναι τα κάλλη σου πολλά και δεν τα βάνει όλα»  

“Λιγότερο ‘πό μια στιγμή μάθια να κοιταχτούνε,  

μπορεί να φύγει μια ζωή να μη λησμονηθούνε”  

«Το μονοπάτι του σεβντά έβαλα πάλι ομπρός μου, κι έρχομαι ποδαρόδρομο να σ’  ανταμώσω φως μου»

  



Τι να επιλέξω, τι να αφαιρέσω, τι να προσθέσω…. δε στερεύει το υλικό για αυτόν τον άνθρωπο..

Θα κλείσω με την εξαίσια μαντινάδα του:

“ Όλοι περαστικοί ‘μαστε ‘πο τούτουσες τσι τόπους…  

 Τι πιο ωραίο να’σ’ απλός και ν’αγαπάς τσ’ ανθρώπους..” 

 

 
Επιμέλεια άρθρου
Διαμαντή Βούλα

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια