ΚΡΗΤΗ - ΓΕΝΙΚΑ

Κρήτη - Γενικά




Το νοτιότερο και μεγαλύτερο ελληνικό νησί και ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου. Βρίσκεται στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους: στην Ευρώπη, στην Αφρική και στην Ασία. Η Κρήτη είναι νησί πολύ ορεινό ενώ οι σημαντικότερες πεδιάδες βρίσκονται στη Β. Κρήτη.

Οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης ανήκουν στη νεολιθική εποχή (7000 π.Χ.). Χαρακτηριστικά τους: δολιχοκέφαλοι, μελαχρινοί. Αργότερα συγχωνεύτηκαν με τους Πελασγούς και τους μικρασιατικούς λαούς (Κάρες, Φιλισταίους κ.ά.), που ήρθαν στο νησί περί το 2600 π.Χ. και γνώριζαν τη χρήση του χαλκού. Αυτοί έφεραν και την τοτεμική παράδοση λατρείας με κυριότερη θεά τη Ρέα Κυβέλη και λατρευτικά σύμβολα τον ταύρο, το διπλό τσεκούρι, τα ιερά δέντρα και τα φανταστικά ζώα.




Παρόλα αυτά η Κρήτη κατόρθωσε να αφομοιώσει όλες τις ξενικές επιδράσεις και να δημιουργήσει ένα δικό της πολιτισμό, τελείως πρωτότυπο, το μινωικό, μεταξύ 3000 - 1400 π.Χ., και να τον διαδώσει σ' όλα τα νησιά του Αιγαίου και στα ελληνικά παράλια.

Τα πρώτα ανάκτορα στην Κνωσό, στη Φαιστό και στα Μάλια χτίστηκαν γύρω στο 1950 π.Χ. Αυτά, καθώς και η θαλασσοκρατία της στη Μεσόγειο, φανερώνουν τη μεγάλη ακμή της Κρήτης κατά την περίοδο αυτή. Περί το 1700 π.Χ. ένας ισχυρός σεισμός κατέστρεψε τα τρία ανάκτορα, που ξαναχτίστηκαν μεγαλοπρεπέστερα και σ' αυτά προστέθηκε και το ανάκτορο του Ζάκρου. Την εποχή αυτή ο πολιτισμός έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του και τα έργα τέχνης αυτής της περιόδου είναι από τα πιο αξιοθαύμαστα.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι, που άρχισαν περί το 480 π.Χ., οδήγησαν στην παρακμή του κρητικού πολιτισμού και στην καταστροφή της Λύκτου, που, κατά τον Πλάτωνα, αποτελούσε ένα πρότυπο κράτος. Κατά το 2ο αι. π.Χ. επικράτησε χάος διοικητικό και γενική ανασφάλεια, που οφείλεται στους πειρατές, οι οποίοι ήρθαν από την Κιλικία και μετέβαλαν τα παράλια της Κρήτης σε κρησφύγετα και ορμητήρια.



Με πρόσχημα την καταπολέμηση των πειρατών αποβιβάστηκαν οι Ρωμαίοι στο νησί και επιχείρησαν να το καταλάβουν. Μπροστά στον κίνδυνο οι πόλεις ενώθηκαν και απέκρουσαν τους εισβολείς, των οποίων οι αρχηγός Μάρκος Αντώνιος υποχρεώθηκε να υπογράψει ταπεινωτική συνθήκη. Το 69 π.Χ. όμως η Κ. δεν μπόρεσε να αποκρούσει νέα εισβολή των Ρωμαίων και ο στρατηγός Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος, που επονομάστηκε Κρητικός, έγινε κύριος του νησιού. Οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν τότε όλες τις πόλεις, εκτός από τη Γόρτυνα, την οποία έκαναν πρωτεύουσά τους.

Κατά το 395 μ.Χ. η Κρήτη περιήλθε στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, δηλ. στο Βυζάντιο. Οι Βυζαντινοί έκαναν πολλές εκστρατείες για να διώξουν τους Άραβες από την Κρήτη, αλλά μόνο το 961 μ.Χ. ο Νικηφόρος Φωκάς κατόρθωσε να την απελευθερώσει. Κατά τη Δ΄ Σταυροφορία (1204) κύριοι του νησιού έγιναν οι Ενετοί και αρχίζει η ενετοκρατία, την οποία οι Κρήτες προσπάθησαν με 27 συνολικά επαναστάσεις να διακόψουν, αλλά δεν το κατόρθωσαν.

Την ενετική κυριαρχία κατέλυσαν οι Τούρκοι. Το 1645 αποβιβάστηκαν στην Κ. και άρχισε η πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε 27 χρόνια. Με την πτώση του Χάνδακα, ολόκληρο το νησί έγινε τουρκικό, εκτός από τα Σφακιά, που διατήρησαν την ελευθερία τους, πληρώνοντας όμως φόρο υποτελείας. Κατά το εικοσιένα ξεσηκώθηκαν πάλι οι Κρήτες και ανάγκασαν τους Τούρκους να απομονωθούν στα φρούριά τους. Μόνο με την επέμβαση του Μεχμέτ Άλη της Αιγύπτου (1824) εξουδετερώθηκαν οι επαναστάτες. Όταν το 1830 απελευθερώθηκε η Ελλάδα, η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου, ο οποίος μέχρι το 1840 κυβέρνησε με περισσότερη δικαιοσύνη το νησί, οπότε ξαναγύρισαν οι Τούρκοι. Τελικά το 1898 η Κρήτη ανακηρύχτηκε σε αυτόνομη πολιτεία, με πρώτο ύπατο αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας.

Η κρητική βουλή κατ' επανάληψη ψήφισε την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Το 1905 έγινε το ένοπλο κίνημα του Θέρισου με τον Ελ. Βενιζέλο, το οποίο κατά το 1908 κατέλυσε την αρμοστεία και κήρυξε την ένωση. Τέλος, το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγαν και οι τελευταίοι Τούρκοι κάτοικοι του νησιού για τη Μ. Ασία και ολοκληρώθηκε η ελληνικότητά του.



Από τότε η Κρήτη ακολούθησε την τύχη της μητέρας Ελλάδας

Ο Μινωικός απόηχος των Κρητικών ορχήσεων φτάνει μέχρι σήμερα, με την παράδοση που φέρει τη Ρέα ως τη μεγάλη μητέρα- Θεά που πρωτοδίδαξε την ορχηστική τέχνη στους Κουρήτες για να καλύψουν τα κλάματα του νεογέννητου Δία. Ο χορός λοιπόν από τα πανάρχαια χρόνια έχει μπει βαθιά ση ζωή του Κρητικού, οποίος χορεύοντας δέχνει την αντρειοσύνη του και την παλικαριά του. Οι Κρητικοί δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να «στελιώσουν» ένα χορό, σε όλες τις εορταστικές περιστάσεις.



Εντούτοις, παρ’ όλο που το χορευτικό ρεπερτόριο των Κρητών είναι πλούσιο, χοροί όπως ο απανωμερίτης, το μικρό μικράκι, ο αγκαλιαστός, ο ζερβόδεξος, ο πριμνιανός, έχουν παραμεριστεί λόγω της εξέλιξης. Διατηρούνται όμως και χορεύονται οι παρακάτω χοροί. Σούστα, συρτός, πεντοζάλης,σιγανός και καστρινός ή μαλεβιζιώτης ή πηδηχτός.

Παρ’ όλο που όλοι οι κρητικοί χοροί χορεύονται σ’ ολόκληρο το νησί, ύπάρχει μια άγραφη παράδοση που τους κατατάσσει κατά επαρχίες. Έτσι ο συρτός θεωρείται χορός της Δ. Κρήτης (Ν.Χανίων), η σούστα της Κεντρικής και Δυτικής (Ν. Ρεθύμνου, Ν Ηρακλείου, ο μαλεβιζιώτης της Κεντρικής (Ν.Ηρακλείου) και ο πεντοζάλης της Ανατολικής Κρήτης(Ν. Λασιθίου).

Ο πιο διαδεδομένος χορός του νησιού είναι ο συρτός, ή χανιώτικος, ή χανιώτης. Συχνά του δίνουν κι άλλους χαρακτηρισμούς, εννοώντας τις ιδιόμορφες τοπικές μελωδίες της κάθε περιοχής με ασήμαντες κινητικές διαφορές και πάντα τονισμένες στον ίδιο δίσημο ρυθμό.




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια